Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2008

τέλος;

Νομίζω ότι αυτή η προσπάθεια έκανε τον κύκλο της, έφτασε σ’ ένα τέλος.
Αυτούς τους δύο μήνες, θέλω να πιστεύω ότι:
1. Έκανε τα νεοελληνικά θέμα μιας διαφορετικής συζήτησης, πολύ ουσιαστικής και χωρίς τα σχολικά «κλισέ». Αξιοποίησε το Διαδίκτυο ως εργαλείο αποτελεσματικής, διερευνητικής μάθησης.
2. Έδειξε κάποιες από τις δυνατότητες του η/υ και των blogs και έδωσε ώθηση στη διαμόρφωση μιας διαδικτυακής κοινότητας.
Αυτό το τέλος, λοιπόν, έρχεται αφού ήδη έχουν γίνει πολλά ξεκινήματα...

Ευχαριστώντας, κατά πρώτο λόγο, τους μαθητές του Β2


Βασίλης Συμεωνίδης
http://users.sch.gr/symfo/
http://smnds.blogspot.com/

Κυριακή, 9 Μαρτίου 2008

Νίκος Καββαδίας

Πούσι

Στην Ελένη Χαλκιούση

'Επεσε το πούσι αποβραδίς
το καραβοφάναρο χαμένο
κι έφτασες χωρίς να σε προσμένω
μες στην τομονιέρα να με δείς.

Κάτασπρα φοράς κι έχεις βραχεί ,
πλέκω σαλαμάστρα τα μαλιά σου.
Κάτω στα νερά του Port Pegassu
βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή.

Μας παραμονεύει ο θερμαστής
με τα δυο του πόδια στις καδένες.
Μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες
με την τρικυμία, θα ζαλιστείς.

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
κι είν' αλάργα τόσο η Τοκοπίλα.
Από να φοβάμαι να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπιλα.

Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη.
Ηρθες να με δεις κι όμως δε μ' είδες
έχω απ' τα μεσάνυχτα πνιγεί
χίλια μίλια πέρ' απ' τις Εβρίδες
.



Λύχνος του Aλαδίνου

Στο N. Xατζηκυριάκο-Γκίκα


Την ανεξήγητη γραφή να λύσω πολεμώ
που σου χαράξαν πειρατές Kινέζοι στις λαγόνες.
Γυμνοί με ξύλινους φαλλούς τριγύρω απ' το λαιμό,
μας σπρώχναν προς τη θάλασσα με τόξα οι Παταγόνες.

Κόκκαλο ρίξε στο σκυλί το μαύρο που αλυχτά
και στείλε τη «φιγούρα» μας στον πειρατή ρεγάλο.
Πες μου, πού βρέθηκε η στεριά στου πέλαου τ' ανοιχτά
και το δεντρί με το πουλί που κρώζει το μεγάλο;

Για το άστρο της Aνατολής κινήσαμε μικροί.
Πουλί, πουλάκι στεριανό, θάλασσα δε σου πρέπει!
Και σε που σε φυτέψαμε, παιδί, στο Kονακρί,
με γράμμα συμβουλευτικό της μάνας σου στην τσέπη.

Του ναύτη δώσ' του στη στεριά κρεβάτι, και να πιει.
―Όλο τον κόσμο γύρισες, μα τίποτα δεν είδες...―
Mεσ’ στο μετάξι κρύβονταν της Ίντιας οι σκορπιοί
κι έφερνε ο αγέρας της νοτιάς στην πλώρη άμμο κι ακρίδες.

Σημάδι μαύρο απόμεινε κι ας έσπασε ο χαλκάς.
―Στην αγορά του Aλιτζεριού δεμένη να σε σύρω.―
Και πήδηξε ο μικρός θεός μια νύχτα, των Iνκάς,
στου Αιγαίου τα γαλανά νερά, δυο μίλια όξω απ' τη Σκύρο.

Mεσάνυχτα και ταξιδεύεις δίχως πλευρικά!
Σκιάζεσαι μήπως στο γιαλό τα φώτα σε προδίνουν,
μα πρύμα πλώρα μόνο εσύ πατάς στοχαστικά,
κρατώντας στα χεράκια σου το λύχνο του Aλαδίνου.

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2008

Στρατής Μυριβήλης, μυστική παπαρούνα

περίληψη (από τη Τίνα Μ.)


___Μια φεγγαρόλουστη βραδιά σ' ένα χαράκωμα κάπου στο Μακεδονικό μέτωπο, ένας τραυματισμένος στρατιώτης αφουγκραζόταν τη νεκρική σιωπή. Στην προσπάθειά του ν' απομακρυνθεί από το χαράκωμα, αντίκρυσε στο εσωτερικό ενός γεώσακου ένα θέαμα που τον χαροποίησε και τον συγκίνησε ιδιαίτερα. Ήταν μια παπαρούνα που του θύμισε πως υπάρχει ακόμη ελπίδα και ζωή στο ''περιβόλι του Θανάτου''. Την ''περιέθαλψε'' με στοργή ώστε να την προστατέψει από τα βλέμματα των άλλων και την άγγιζε σαν να επρόκειτο για αγαπημένο πρόσωπο. Η αίσθηση γαλήνης και ευτυχίας που του άφησε αυτή η ''συνάντηση'' ήταν ικανή να τον κρατήσει ξάγρυπνο την υπόλοιπη νύχτα.

αποσπάσματα από το κείμενο


___Για μια στιγμή πάλι μου περνά η ιδέα πως ετούτη η μοναξιά είναι αληθινή. Πως τάχα σηκώθηκαν όλοι και φύγανε και μ' άφησαν μονάχον, ολομόναχον εδώ πάνω. Τότες μια κρυάδα περνά, λεπίδι, την καρδιά μου. Θα προτιμούσα να ξέρω πως ζούνε γύρω μου κρυμμένοι άνθρωποι, κι ας ήτανε μόνο οχτροί.

___Λοιπόν τότες έγινε μιαν αποκάλυψη! Μόλις ξεφούσκωσε αυτό το σακί, χαμήλωσε η καμπούρα του και ξεσκέπασε στα μάτια μου μια μικρήν ευτυχία. Αχ, μου 'καμε τόσο καλό στην ψυχή, λίγο ακόμα και θα πατούσα μια τσιριξιά χαρά.
Ήταν ένα λουλούδι εκεί! Συλλογίσου. Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου φανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα που 'ναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ' άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα.

___Ξαφνικά με γεμίζει μια έγνοια, μια ζωηρή ανησυχία πως κάτι μπορεί να πάθει τούτο το λουλούδι, που μ' αυτό μου αποκαλύφθηκε απόψε ο Θεός. Παίρνω τότες στη ράχη ένα γερό τσουβάλι (δαγκάνω τα χείλια από την ξαφνική σουβλιά του ποδιού), και τ' ακουμπώ με προφύλαξη μπροστά στο λουλούδι. Έτσι λέω θα 'ναι πάλι κρυμμένο για όλους τους άλλους. Χαμογελώ πονηρά. Κατόπι σηκώνουμαι ξανά στα νύχια κι απλώνω το μπράτσο έξω. Ναι. Το άγγισα λοιπόν πάλι! Τρεμουλιάζω από ευτυχία. Νιώθω τα τρυφερά πέταλα στις ρώγες των δαχτύλων. Είναι μια ανεπάντεχη χαρά της αφής. Μέσα στο χέρι μου μυρμιδίζει μια γλυκιά ανατριχίλα. Ανεβαίνει ως τη ράχη. Είναι σαν να πεταλουδίζουν πάνω στην επιδερμίδα τα ματόκλαδα μιας αγαπημένης γυναίκας. Φίλησα τις ρώγες των δαχτύλων μου. Είπα σιγά σιγά:
Καληνύχτα… καληνύχτα και να 'σαι βλογημένη.